MacinderQuote.jpg
του Μαυρόπουλου Παναγιώτη*, Παρασκευή 13 Ιουν 2014

Το ελληνικό έθνος ευτύχισε να έχει ως πρώτο κυβερνήτη του υπό σύσταση κράτους του, την κρίσιμη για την ανεξαρτησία του περίοδο, τον Ιωάννη Καποδίστρια, πατριώτη, ανιδιοτελή υπηρέτη των εθνικών συμφερόντων και άνδρα εξαιρέτου ήθους· η πολιτική του εμπειρία ως γραμματέα της Επικράτειας της Επτανήσου Πολιτείας (1803 – 1805) και ως υπαλλήλου της ρωσικής διπλωματικής υπηρεσίας της οποίας διετέλεσε και επικεφαλής από το 1815 έως το 1922 διασφάλιζε την απαραίτητη τεχνογνωσία για την οικοδόμηση όλων των τομέων δραστηριότητος του υπό συγκρότηση κράτους.

 Η πατρίδα είχε ανάγκη της πολιτικής του εμπειρίας και των ειδικών του γνώσεων σε θέματα διακυβέρνησης, όπως επίσης και του διάσημου ανά την Ευρώπη ονόματος, της φήμης και του κύρους του· και ο Καποδίστριας τα έθεσε όλα στην υπηρεσία της ως γνήσιος στρατιώτης του έθνους.

Ο Καποδίστριας ανέλαβε εν γνώσει του τη διακυβέρνηση μιας υπό ίδρυση πολιτείας, χωρίς προσδιορισμένα σύνορα, η οποία βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση. Τη εποχή της άφιξής του η κατάσταση της χώρας ήταν δραματική. Η ελληνική επανάσταση βρέθηκε στην κρισιμότερη φάση της το 1927, οπότε και κινδύνευσε να κατασταλεί. Ο Κιουταχής κατείχε όλη σχεδόν τη Στερεά Ελλάδα και ο Ιμπραήμ ήλεγχε το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου, γεγονός που σήμαινε ότι στη διαφαινόμενη ρύθμιση του ελληνικού ζητήματος πολλά μέρη της Ελλάδος κινδύνευαν να παραμείνουν εκτός της ελληνικής επικράτειας. Ακόμα και στις ελεύθερες περιοχές η ανυπαρξία κρατικής εξουσίας ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. Η ληστεία στη στεριά και η πειρατεία στη θάλασσα αποτελούσαν ένα ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα το οποίο δημιουργούσε δυσμενείς εντυπώσεις στην Ευρώπη. Οι λεηλασίες και οι εσωτερικές συγκρούσεις ήταν μάλλον ο κανόνας παρά η εξαίρεση. Ο στόλος βρισκόταν σε ακινησία εξαιτίας της έλλειψης οικονομικών πόρων και τα στρατιωτικά τμήματα σε αταξία και ανεφοδίαστα· οι απλήρωτοι και λιμοκτονούντες στρατιώτες και ναύτες, σχεδόν ανεξέλεγκτοι, ζούσαν εις βάρος του πληθυσμού. Αρκετοί οπλαρχηγοί προέβαιναν σε προσωπικές συμφωνίες με τους Οθωμανούς ως έμμισθοι οροφύλακες στην υπηρεσία τους. Η πειθαρχία των στρατιωτικών τμημάτων, θεμελιώδης προϋπόθεση για την ύπαρξη αξιόπιστου στρατού, ήταν μια έννοια σχετική στην επαναστατημένη Ελλάδα του 1927. Η θανάτωση των Οθωμανών αιχμαλώτων που παραδίνονταν ήταν αποτέλεσμα της έλλειψης πειθαρχίας και της απουσίας ελέγχου επί των στρατιωτικών τμημάτων, γεγονός που προκαλούσε προβληματισμό όσον αφορά στην εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων προς τους επαναστάτες και έθετε σε προφανή κίνδυνο την προσδοκώμενη απελευθέρωση. Οι αποτυχίες στα πεδία των μαχών περιόριζαν το επαναστατικό φρόνημα και αύξαναν τις λιποταξίες.

Η ήττα του Τουρκοαιγυπτιακού στόλου στο Ναυαρίνο αναπτέρωσε μεν το ηθικό και τη μαχητικότητα των Ελλήνων, όμως η κατάσταση της οικονομίας και του ανθρώπινου δυναμικού δεν μπορούσε να αποφέρει εντυπωσιακά αποτελέσματα. Στην επαναστατημένη Ελλάδα υπήρχαν ένοπλα τμήματα 20 - 30.000 ατάκτων και το τακτικό σώμα του Φαβιέρου. Επίσης υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός στρατηγών και ανωτέρων αξιωματικών εξαιτίας της αφειδούς απονομής βαθμών από τις προηγούμενες κυβερνήσεις για πολιτικούς λόγους. Βέβαια ούτε λόγος για ενιαία διοίκηση, πίστη και αφοσίωση και υπαγωγή των οπλαρχηγών στην πολιτική ηγεσία. Η χώρα είχε ανάγκη μιας ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης για το συντονισμό του αγώνα, την ίδρυση και εγκατάσταση των θεσμών μιας σύγχρονης για την εποχή κρατικής οντότητος και την αποκατάσταση κάποιου βαθμού κρατικής κυριαρχίας τόσο επί των ελεύθερων όσο και επί των διεκδικούμενων περιοχών. Το μέσον γι’ αυτό ήταν οι αξιόπιστες, εκπαιδευμένες και πειθαρχημένες ένοπλες δυνάμεις. Όμως η χρησιμότητα των ενόπλων δυνάμεων δεν περιοριζόταν μόνο σε θέματα εσωτερικής ασφαλείας. Ποιο σημαντική τη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία ήταν η χρησιμότητά τους στο πλαίσιο της σχεδίασης και άσκησης της εξωτερικής πολιτικής. Κανείς δεν το γνώριζε αυτό καλύτερα από έναν πρώην υπουργό εξωτερικών μιας από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής. Ο Καποδίστριας γνώριζε από προσωπική εμπειρία ότι η διπλωματία χωρίς υπονοούμενη απειλή χρήσης στρατιωτικής ισχύος ήταν κενή περιεχομένου. Ο ίδιος είχε επίσης προσωπική στρατιωτική εμπειρία, έστω και αν αυτή δεν ήταν άμεση.

Το 1812, ως υπάλληλος της ρωσικής διπλωματικής υπηρεσίας, τοποθετήθηκε, στο Βουκουρέστι, διευθυντής του διπλωματικού γραφείου του διοικητού του ρωσικού στρατού του Δουνάβεως ναυάρχου Τσιτσαγκώφ (ο οποίος στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το στρατηγό Μπάρκλεϋ ντε Τόλλυ). Η συμμετοχή της εν λόγω δυνάμεως στον πόλεμο εναντίον του Ναπολέοντος, έδωσε την ευκαιρία στον Καποδίστρια να έλθει σε επαφή με τη ζωή του στρατοπέδου, τις κακουχίες, τους κινδύνους, τις περιπέτειες και τις δυσκολίες του πολέμου, να βρεθεί στα πεδία των μεγάλων μαχών του 1813 ως και τη μάχη της Λειψίας, και να παρακολουθεί την εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων από τη θέση του διπλωματικού συμβούλου του αρχιστρατήγου. Συνεπώς, ο Καποδίστριας είχε άποψη όχι μόνο για την οργάνωση και λειτουργία ενός σύγχρονου για την εποχή του ευρωπαϊκού στρατού και μάλιστα για τη συμμετοχή του σε πολεμικές επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακος, αλλά και για τον τρόπο χρήσης του για την επίτευξη πολιτικών σκοπών. Στην προκειμένη περίπτωση, ο πολιτικός σκοπός του Καποδίστρια ήταν η συνέχιση του πολέμου και η εκδίωξη του εχθρού μέχρι τη γραμμή κόλπου Άρτας – Παγασητικού κόλπου, σύνορα τα οποία έκρινε ότι ήταν δυνατόν να εξασφαλιστούν πριν την οριστική διευθέτηση του ελληνικού ζητήματος.


Ο Καποδίστριας ανέλαβε εν γνώσει του τη διακυβέρνηση μιας υπό ίδρυση πολιτείας, χωρίς προσδιορισμένα σύνορα, η οποία βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση


Στο πλαίσιο αυτό, η ταχεία αναδιοργάνωση των στρατιωτικών και ναυτικών δυνάμεων, ως της αιχμής του δόρατος του έθνους για την αποτελεσματική διεξαγωγή του συνεχιζόμενου αγώνα, αλλά και ως βασικού πυλώνα, κατά τα ισχύοντα στη Ευρώπη, του νέου καθεστώτος ήταν μια από τις βασικές προτεραιότητες του Καποδίστρια.

Η σημασία που απέδιδε ο Καποδίστριας στην ύπαρξη αξιόπιστων και αποτελεσματικών ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων καταδεικνύεται από το γεγονός ότι μετά την έκδοση του Α’ ψηφίσματος που αφορούσε στο πολίτευμα την 20 Ιανουαρίου 1928, το Β’ ψήφισμα που εξέδωσε την 23 Ιανουαρίου αφορούσε τη σύσταση πολεμικού συμβουλίου το οποίο θα «[προεδρευόταν] παρά του Κυβερνήτου της Ελλάδος». Παράλληλα, προχώρησε στην αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, μετατρέποντας βαθμιαία τα άτακτα στρατεύματα σε τακτικό στρατό, και υπάγοντας το στόλο στην ουσιαστική δικαιοδοσία της κυβέρνησης, δεδομένου ότι μέχρι τότε τα πλοία ήταν ιδιοκτησία των καραβοκυραίων. Η σχεδιασθείσα αναδιοργάνωση αφορούσε θέματα ηγεσίας, οργανώσεως, επιμελητείας, πειθαρχίας και ηθικού.

Την ανώτατη ηγεσία του στρατού και του στόλου ασκούσε η κυβέρνηση, δηλαδή προσωπικά ο Καποδίστριας, διασφαλίζοντας έτσι την ενότητα της διοικήσεως στο ανώτατο επίπεδο και τη γενική διεύθυνση του πολέμου, με συνέπεια τη σωστή κατανομή των διαθεσίμων περιορισμένων πόρων. Ο Καποδίστριας διατήρησε επίσης την ευθύνη της γενικής διεύθυνσης των πολεμικών επιχειρήσεων καταργώντας σιωπηρά τη θέση του αντιστρατήγου που είχε δημιουργηθεί από την Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας και είχε ανατεθεί στον Άγγλο Αρχιστράτηγο Τσώρτς.

Η εξεύρεση καταλλήλων στρατιωτικών ηγετών για τη στελέχωση των νέων θέσεων ήταν δύσκολη εξαιτίας της έλλειψης επαγγελματιών στρατιωτικών με πολεμική εμπειρία και περιεπλέκετο περισσότερο από το πρόβλημα του χειρισμού των φιλελλήνων για την αποφυγή πρόκλησης προστριβών με τις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών κρατών.

Δημιουργήθηκαν τρεις κύριες στρατιωτικές περιφέρειες, της Πελοποννήσου, της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδος και της Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, των οποίων η διοίκηση ανατέθηκε στο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, στο Δημήτριο Υψηλάντη και στο Στρατηγό Τσώρτς αντίστοιχα. Από τη συγκεκριμένη κατανομή των στρατιωτικών περιφερειών γίνεται σαφές ότι η γεωγραφική προτεραιότητα του κυβερνήτη ήταν η Στερεά Ελλάδα, όπου υπήρχαν και τα περισσότερα και σοβαρότερα στρατιωτικά προβλήματα. Από την άλλη πλευρά, η ηγεσία του στόλου ανατέθηκε στους Μιαούλη, Σαχτούρη, Σαχίνη και τον Άγγλο πλοίαρχο Άστιγξ (και μετά το θάνατό του στον Κριεζή), ως επικεφαλής ισάριθμων ναυτικών μοιρών οι οποίες ιδρύθηκαν.

Το έργο της οργάνωσης των ατάκτων σε τακτικούς σχηματισμούς και μονάδες ήταν τιτάνιο. Αυτή ήταν η δεύτερη προσπάθεια οργανώσεως των ατάκτων σωμάτων από την έναρξη του αγώνα. Οι άτακτοι στρατιώτες έπρεπε να οργανωθούν σε τακτικά στρατιωτικά τμήματα, η λειτουργία των οποίων θα διεπόταν από αυστηρούς στρατιωτικούς κανονισμούς. Επίσης, οι πολυάριθμοι στρατηγοί και ανώτεροι αξιωματικοί έπρεπε να πεισθούν να υπηρετήσουν με βαθμούς κατώτερους αυτών τους οποίους έφεραν και σε ανάλογες βέβαια θέσεις. Η προσπάθεια αυτή γινόταν ακόμη δυσκολότερη εξαιτίας της έλλειψης οικονομικών πόρων. Παρά όμως τις δυσκολίες, τον Ιούλιο του 1828 οι άτακτοι είχαν οργανωθεί σε οκτώ (8) χιλιαρχίες δυνάμεως 1.200 ανδρών η κάθε μία, πεντακοσιαρχίες, εκατονταρχίες, εικοσιπενταρχίες, δεκαρχίες και πενταρχίες, με διοικητές όλους τους γνωστούς από τον αγώνα καπεταναίους. Καταβλήθηκε προσπάθεια, ως μεταβατικό στάδιο, το προσωπικό των δημιουργούμενων σχηματισμών να προέρχεται από την ίδια περιοχή και να έχει τους ίδιους στρατιωτικούς ηγέτες για λόγους διατήρησης των υφισταμένων μέχρι τότε ψυχικών δεσμών και την αποφυγή πρόκλησης δυσαρέσκειας στους μέχρι τότε αγωνιστές της επανάστασης. Τον Οκτώβριο του 1929 οι χιλιαρχίες διαλύθηκαν και συγκροτήθηκαν Ελαφρά Τάγματα, τα οποία θύμιζαν περισσότερο τακτικό στρατό.


Όταν αφίχθηκε στην Ελλάδα βρήκε τον αγώνα να πνέει τα λοίσθια, κατόρθωσε όμως να τον αναζωπυρώσει και να τον φέρει σε αίσιο πέρας


Ο εφοδιασμός του στρατού παρουσίαζε εγγενή προβλήματα, εξαιτίας της έλλειψης οικονομικών πόρων, μέσων μεταφοράς, οδικού και άλλου δικτύου και των καταχρήσεων. Ο Καποδίστριας αποφάσισε την ίδρυση του «Γενικού Φροντιστηρίου» το οποίο είχε τη γενική επιμελητειακή αρμοδιότητα, με την κεντρική αποθήκη στον Πόρο και κλιμάκια στις τρεις κύριες στρατιωτικές περιφέρειες.

Ένα ακόμη δυσκολότερο πρόβλημα ήταν η εμπέδωση της πειθαρχίας στο στρατό, εξαιτίας της παράδοσης των ατάκτων στρατευμάτων. Οι αξιωματικοί δύσκολα δεχόντουσαν την ένταξή τους σε ένα ιεραρχικά δομημένο σύστημα· οι χλευασμοί, οι λιθοβολισμοί, η εξύβριση ήταν συχνά φαινόμενα. Όμως, παρόλα τα προβλήματα, οι βάσεις είχαν τεθεί και η εμπέδωση της πειθαρχίας ήταν απλώς θέμα χρόνου. Σύντομα η χώρα απέκτησε εθνικό τακτικό στρατό και στόλο, στον οποίο η πολιτική ηγεσία μπορούσε πλέον να αναθέτει αποστολές των οποίων, πολύ φυσιολογικά, ανέμενε την υλοποίηση.

Η σταδιακή αναδιοργάνωση των ατάκτων επέτρεψε στον Καποδίστρια να περιορίσει δραστικά τον αριθμό των στρατιωτών και να απαλλάξει το στράτευμα από τους απείθαρχους αξιωματικούς και βαθμοφόρους. Με τον τρόπο αυτό μειώθηκαν επίσης τα έξοδα που απαιτούσε η συντήρηση του στρατού. Φυσικά δεν ήταν όλα εύκολα. Μια από τις σημαντικότερες δυσκολίες ήταν η διαχείριση των αντιδράσεων των ηλικιωμένων οπλαρχηγών, οι οποίοι ήταν απρόθυμοι να αποδεχθούν καινοτομίες, αλλά επειδή διατηρούσαν ισχυρά ερείσματα, δεν μπορούσαν να αγνοηθούν χωρίς να λάβουν κάποια ανταλλάγματα. Η λύση την οποία επινόησε ο Καποδίστριας και υιοθετήθηκε αργότερα και από τον Όθωνα, ήταν η απονομή τιμητικών στρατιωτικών βαθμών, μέσω της οποίας επιτυγχανόταν η απομάκρυνση των ανδρών αυτών από το στράτευμα, χωρίς όμως να προκαλεί ανοικτά τις αντιδράσεις τους.

Σε μακροπρόθεσμη βάση ο Καποδίστριας προχώρησε στην ίδρυση τουΛόχου των Ευελπίδων«… δια την στρατιωτικήν και επιστημονικήν εκπαίδευσιν των νέων καλών οικογενειών, οι οποίοι όφειλαν μίαν ημέραν να εισέλθουν ως Αξιωματικοί στο Τακτικόν Σώμα …». Την εποπτεία της συγκρότησης, οργάνωσης και λειτουργίας της σχολής ανέθεσε στο Γενικό Διευθυντή του τότε Τακτικού Σώματος Βαυαρό Συναταγματάρχη Γουλιέλμο φον Χέυδεκ. Ειρήσθω εν παρόδω ότι αυτή ήταν η δεύτερη φορά που ο Καποδίστριας αποφάσιζε την ίδρυση παρόμοιου στρατιωτικού ιδρύματος. Κατά την περίοδο που διετέλεσε γραμματέας της Επικράτειας της Επτανήσου Πολιτείας είχε ενεργήσει για τη σύσταση και λειτουργία στρατιωτικής σχολής.

Ο αναδιοργανωμένος στρατός και στόλος ήταν πλέον σε θέση να αναλαμβάνει σύνθετες και συντονισμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις, ο στρατιωτικός σκοπός των οποίων εξυπηρετούσε το γενικό πολιτικό σκοπό του πολέμου όπως τον όρισε ο Καποδίστριας, ήτοι την ανακατάληψη της Στερεάς Ελλάδος και την εκδίωξη του αιγυπτιακού στρατού και στόλου από την Πελοπόννησο. Όμως, η πρώτη επιτυχία αφορούσε σε θέματα εσωτερικής ασφαλείας και επιβολής της κρατικής εξουσίας στην επικράτεια. Συγκεκριμένα, η πρώτη επιτυχία του αναδιοργανωμένου στόλου, με θετικό ευρωπαϊκό αντίτυπο μάλιστα, ήταν η καταστολή της πειρατείας στο Αιγαίο. Η αποστολή ανατέθηκε στον Μιαούλη, ο οποίος την έφερε σε αίσιο πέρας εντός ολίγων ημερών, ενισχύοντας έτσι το κύρος, τόσον το δικό του όσο και του κυβερνήτη. Το δεύτερο σοβαρό πρόβλημα εσωτερικής ασφαλείας του κράτους, αυτό της ληστείας, εξαλείφθηκε αυτόματα, μέσω της αποτροπής, με την ίδρυση του τακτικού στρατού και την εγκατάσταση διοικητικών αρχών στις ελεύθερες περιοχές.

Από την άλλη πλευρά, η ανακατάληψη της Στερεάς Ελλάδος εν όψει της διευθέτησης του ελληνικού ζητήματος, υπό τη σχεδίαση και γενική εποπτεία του ίδιου του κυβερνήτη και την ηγεσία των Διοικητών των Στρατιωτικών Περιοχών δημιούργησε τελικά το επιθυμητό τετελεσμένο της στρατιωτικής κατοχής. Την κορύφωση και το επιστέγασμα της πολεμικής προσπάθειας του Καποδίστρια αποτέλεσε η μάχη της Πέτρας Βοιωτίας, το Σεπτέμβριο του 1829, η τελευταία μάχη του απελευθερωτικού αγώνα.

Εντός είκοσι μηνών από την άφιξή του ο Καποδίστριας κατόρθωσε να ανασυγκροτήσει τις στρατιωτικές δυνάμεις, να τις αναπτύξει κατάλληλα και να εκπληρώσει την αποστολή με τα ελάχιστα μέσα που διέθετε. Όταν αφίχθηκε στην Ελλάδα βρήκε τον αγώνα να πνέει τα λοίσθια, κατόρθωσε όμως να τον αναζωπυρώσει και να τον φέρει σε αίσιο πέρας. Η προσωπική του συμβολή στην επιτυχία του όλου εγχειρήματος είναι αδιαμφισβήτητη, γεγονός που οφείλεται στις έμφυτες ικανότητές του (και) ως στρατιωτικού ηγέτη.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γενικό Επιτελείο Στρατού, 1929-1998 Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων, του Αντγου ε.α. Χρήστου Φωτόπουλου, ΓΕΣ, Αθήνα 1998.

Ιστορία των Ελλήνων, Τόμος 9: Η Ελληνική Επανάσταση 1821, Κεφάλαιο 14:Η αυγή της ανεξαρτησίας, της Ελπίδας Βόγλη, Εκδόσεις Δομή Α.Ε.

Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΒ’Η Ελληνική Επανάσταση, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1975.


* Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΕΡΩ, τον Ιούνιο του 2014.

 * O Μαυρόπουλος Παναγιώτης είναι Αντιστάτηγος ε.α.